Συνέντευξη με βόμβες από Ατματσίδη: "Όλα ήταν σχεδιασμένα από την παράγκα και τις βίλες πολυτελείας"! | AEK Fans Blog

Συνέντευξη με βόμβες από Ατματσίδη: "Όλα ήταν σχεδιασμένα από την παράγκα και τις βίλες πολυτελείας"!

Written By Juker on Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017 | 9:57 μ.μ.

Ο Ηλίας Ατματσίδης, σε μια συνέντευξη σταθμό, μιλάει για τα πάντα: Για τον ερχομό του στην ΑΕΚ, τις ανύπαρκτες διοικήσεις, τις παράγκες και τις βίλες πολυτελείας , τα μέλη της ομάδας που τα είχαν βρει με το σύστημα, το…ρολόι και ποιος θα έπρεπε να είναι εκεί…

Μια ομάδα είναι μεγάλη, όταν ξέρει και σέβεται την ιστορία της. Το enwsi.gr, ανοίγει τον δρόμο σε αυτή τη διαδικασία. Να βρεθούμε στο παρελθόν, για να μάθουμε το μέλλον. Να έρθουν οι πρωταγωνιστές της «κιτρινόμαυρης» ιστορίας και να τη γράψουν ξανά, μέσα από τις σελίδες του enwsi.gr. Να εξιστορήσουν άγνωστες πτυχές της πραγματικότητας, να θυμίσουν, να αποκαταστήσουν, να διδάξουν. Γιατί μόνο έτσι μπορεί να προχωρήσει αυτός ο οργανισμός.
Οι ομάδες, οι μεγάλες ομάδες, ξεκινούν πάντα από το νούμερο 1 και εμείς δεν θα μπορούσαμε να παραβούμε τον κανόνα. Ο μεγαλύτερος άσος της ΑΕΚ, ο ανυπέρβλητος Ηλίας Ατματσίδης, σε μια συνέντευξη σταθμό. Δίχως μαλλιά στη γλώσσα, μιλάει για τα πάντα. Για τον ερχομό του στην ΑΕΚ, για τις ανύπαρκτες διοικήσεις, για τις παράγκες και τις βίλες πολυτελείας που καθόρισαν μια ολόκληρη εποχή, για μέλη της ομάδας που τα είχαν βρει με το σύστημα. Μιλά για το…ρολόι και ποιος θα έπρεπε να είναι εκεί, για τις μεγάλες στιγμές, τις πικρές καταστάσεις, τα επεισόδια. Τα πάντα. Ειδικά τώρα που οι μέρες καίνε, το σύστημα που καταρρέει και οι νοσταλγοί του προκαλούν, ο Ηλίας κρατά ψηλά το λάβαρο της ΑΕΚ.
Θαρρείς και θα μπει ξανά με τη μαύρη φανέλα στο γήπεδο και θα τα σαρώσει όλα. Διαβάστε και θα καταλάβετε…


Πως ξεκίνησες να παίζεις ποδόσφαιρο; Πως ήταν τα παιδικά χρόνια σου;
«Παίζαμε ποδόσφαιρο στην αλάνα, στο δημοτικό, στον δρόμο. Εκεί γίνονταν μάχες. Τότε βέβαια, η θέση μου δεν ήταν τερματοφύλακας, αλλά εξτρέμ. Ετσι ξεκίνησα και έτσι βρέθηκα να παίζω και στην ομάδα του χωριού μου. Δεν έπαιζα πολύ στην αρχή, ήμουν και 13-14 χρονών, αλλά λόγω σωματότυπου – όπως είμαι τώρα, έτσι ήμουν από τότε – έπαιζα λίγο. Βέβαια, λίγες συμμετοχές, γιατί ήταν καλή ομάδα με καλούς παίκτες. Τότε παίζαμε Α’ τοπικό, με τερματοφύλακα τον πρώτο μου ξάδερφο, Γιώργο Ατματσίδη. Πολύ καλός, πιστεύω πως θα μπορούσε να κάνει καριέρα σε μεγάλη ομάδα, αλλά λόγω δουλειάς δεν μπορούσε να συνεχίσει. Πήγαμε να παίξουμε ένα ματς στην Πτολεμαϊδα και δεν είχε έρθει ο Γιώργος και έτσι προθυμοποιήθηκα να παίξω εγώ. Απλά για να παίξω. Πήγαμε καλά, πήραμε 0-0 σε μια δύσκολη έδρα. Από τότε καθιερώθηκα σαν τερματοφύλακας».
Δύσκολη ζωή στο χωριό; Σε εμπόδισαν οι γονείς σου να παίξεις μπάλα;
«Οι γονείς μου ήταν αγρότες. Βοηθούσα κι εγώ στις εργασίες στα χωράφια. Τα καλοκαίρια μετά το σχολείο, δούλευα για να βοηθήσω. Δεν ήμασταν εύποροι οικογένεια. Ο πατέρας και η μητέρα μου ποτέ δεν μου έβαλαν εμπόδια. Είχα στήριξη σε κάθε απόφαση μου».
Μεγαλώνοντας στην Κοζάνη, ποια ομάδα ήταν εκείνη που υποστήριζες μικρός;
«Ο πατέρας μου, έλεγε πάντα πως είμαστε ΑΕΚ και ΠΑΟΚ λόγω Πόντου. Πάντα έπαιρνα τη γνώμη των γονιών μου και μια μέρα τον ρώτησα: «Ολοι έχουν μια ομάδα, εμείς γιατί έχουμε δύο;». «Παιδί μου, οι προσφυγικές ομάδες είναι δύο, εμείς θα είμαστε με αυτές», μου είχε πει. Και έτσι από τότε, εγώ ήμουν με αυτές τις ομάδες, χωρίς να ξέρω πως θα παίξω σε αυτές».
Ως πιτσιρικάς, υπήρχαν τερματοφύλακες που σου άρεσαν;
«Όχι, δεν θα έλεγα. Δεν είχα καν σκοπό πως θα παίξω τερματοφύλακας. Εμένα μου άρεσε τότε η Λίβερπουλ λόγω Νταγκλίς και Κίγκαν. Τους είχα πολύ ψηλά. Ο Φαν Μπάστεν. Ο Μαραντόνα. Αλλά δεν έβλεπα το ποδόσφαιρο ως αυτοσκοπό. Επαιζα για να διασκεδάσω».
Η συνέχεια ποια ήταν;
«Εφυγα από το χωρίο μου και πήγα σε ένα διπλανό τον Αγιο Δημήτριο. Μάλιστα, είχα και αντίπαλο τον αδερφό μου. Πήραμε το πρωτάθλημα εκείνη τη χρονιά και το καλοκαίρι είχα πρόταση από την Κοζάνη που ήταν στη Γ’ Εθνική και τους Πόντιους Κοζάνης που ήταν Δ’ Εθνική. Εγώ λόγω καταγωγής επέλεξα τους Πόντιους. Εκεί υπήρχε ένας καλός τερματοφύλας, ο Νίκος Σωτηριάδης. Ένα τέρας, που με βοήθησε πολύ. Επαιξε λίγα ματς στην αρχή και μετά έπαιξα εγώ. Εμεινα τέσσερα χρόνια και είχαμε καλές σεζόν, για λίγο δεν παίρναμε την κατηγορία. Ακόμα και τότε, πήγαινα σχολείο και έπαιζα ποδόσφαιρο. Δεν είχα στο μυαλό μου πως θα γίνω επαγγελματίας. Αλλά πλέον παρακολουθούσα τους τερματοφύλακες. Εβλεπα τον Σαργκάνη, που ήταν από τους καλύτερους. Το καλοκαίρι του ’88, ήρθε πρόταση από τους Πόντιους Βέροιας που ήταν Γ’ Εθνική και τον ΠΑΣ Γιάννινα που ήταν Α’ Εθνική. Τα Γιάννινα έκαναν τηλεφωνική προσέγγιση και έδιναν καλά λεφτά στην ομάδα, οι Πόντιοι είχαν έρθει αυτοπροσώπως με τη διοίκηση. Οι γονείς μου δεν έπαιρναν θέση. Ετσι, αποφάσισα να πάω στη Βέροια, που ήταν και κοντά. Δεν ξέρω αν ήμουν τόσο ώριμος. Απλά σκεφτόμουν, ήμουν μικρός δεν θα με προσέξουν αυτοί. Προτιμούσα να ανέβω σκαλί σκαλί. Ακόμα πάντως δεν είχα συνειδητοποιήσει πως θα παίξω επαγγελματικά. Αυτό συνέβη, όταν τον δεύτερο χρόνο ήρθε ο Στέφανος Γαϊτάνος προπονητής. Αυτός με έβαλε στη διαδικασία να σκεφτώ πως θα γίνω ποδοσφαιριστής. Δουλεύαμε καθημερινά, με πρόγραμμα. Ηταν ό,τι καλύτερο για τα νέα παιδιά. Κάναμε προπόνηση, μπήκαμε σε πρόγραμμα διατροφής. Τότε αποφάσισα πως θα τα δώσω όλα για να παίξω μπάλα. Εκατσα τρία χρόνια στους Πόντιους Βέροιας και την τελευταία ανεβήκαμε στη Β’ Εθνική. Ομάδα με Νινιάδη, Νταμπίζα, Τσιόκα, οι περισσότεροι έπαιξαν Α’ Εθνική».
Πως προέκυψε το ενδιαφέρον της ΑΕΚ;
«Τότε λεγόταν πως η ΑΕΚ ενδιαφερόταν για τον Νταμπίζα. Τότε εμένα με ήθελε η ΑΕΚ και ο Ολυμπιακός. Η ΑΕΚ είχε στείλει να με δουν ο Σεραφείδης και ο Σταματιάδης και ο Ολυμπιακός έστελνε τον Φίλη. Όταν έγιναν οι προτάσεις, εγώ δεν είχα καμία σκέψη. Τότε λόγω και της γνωριμίας του κ. Φωτιάδη με τον Μελισσανίδη, δεν το σκέφτηκα πολύ. Δεν υπήρξε καμία διαπραγμάτευση. Δεν μίλησα εγώ με κανέναν. Μίλησε ο πρόεδρος των Ποντίων με τη Βέροια. Τότε πόλος έλξης για όλα τα νέα παιδιά ήταν ο Μπάγεβιτς. Ολοι θέλαμε να πάμε εκεί για να παίξουμε. Η ΑΕΚ προωθούσε νέα παιδιά. Λόγω Μπάγεβιτς νιώθαμε μια σιγουριά. Επαιξε καθοριστικό ρόλο αυτό για εμένα».

«ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΤΗΣ ΑΕΚ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΩΣ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΗΜΕΡΑ»

Ερχεσαι στη Φιλαδέλφεια καλοκαίρι του ’92 με την ΑΕΚ πρωταθλήτρια και τους Μήνου, Οικονομόπουλο τερματοφύλακες. Πως ήταν για εσένα;
«Για να πω την αλήθεια, όταν ήρθα στην ΑΕΚ περισσότερο υπολόγιζα τον Οικονομόπουλο αντί του Μήνου. Ασχετα αν και την προηγούμενη, αλλά και την πρώτη χρονιά έπαιζε ο Αντώνης. Αλλά στο μυαλό μου, ο πιο δύσκολος αντίπαλος για εμένα ήταν ο Σπύρος. Ημουν συνειδητοποιημένος πως θα παίξω, δεν φοβόμουν καθόλου».
Πως ήταν να μπαίνεις σε εκείνα τα αποδυτήρια;
«Αυτό ήταν το θετικό. Ημουν τυχερός. Ολοι οι ποδοσφαιριστές που πήγαιναν τότε στην ΑΕΚ ήταν τυχεροί. Τότε στα αποδυτήρια υπήρχαν καλά παιδιά. Μας βοηθούσαν να μπούμε στην ομάδα. Εγώ κατέβηκα με τον Αλεξανδρή, που τον γνώριζα από τη Βέροια και με βοήθησε, όπως και ο Καραγκιοζόπουλος. Αλλά και οι υπόλοιποι, ήταν καταπληκτικοί χαρακτήρες. Από τον Σαμπανάντζοβιτς μέχρι τον Μανωλά, σε έκαναν να νιώθεις οικεία. Και φυσικά, η παρουσία του Μπάγεβιτς που σε έκανε να νιώθεις ασφάλεια».
Πως ήταν ο Μπάγεβιτς ως προπονητής;
«Νομίζω, πως είναι παρεξηγημένος. Εκανε πολλά αστεία με τους παίκτες. Αλλά υπήρχαν όρια. Η δουλειά, δουλειά και η πλάκα, πλάκα. Όταν μπαίναμε στην προπόνηση, τελείωναν όλα».
Το πρώτο σου παιχνίδι πως ήταν;
«Αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Ηταν ένα φιλικό με τη Σέφιλντ, που είχε την παικτάρα τον Κρις Γουόντλ. Μπροστά σε 35-40.000 κόσμου. Χωρίς τρακ μπήκα μέσα, άρχισα να κάνω τα δικά μου τα…τρελά και το γήπεδο ζητωκραύγαζε. Εγώ δεν άκουγα την ώρα που έπαιζα, αλλά έκανα το παιχνίδι μου. Είχα πάει πολύ καλά, κατά κοινή ομολογία. Αυτό ήταν το πρώτο μου παιχνίδι με τη φανέλα της ΑΕΚ μέσα στη Νέα Φιλαδέλφεια. Κερδίσαμε 4-0. Εντυπωσίασε το κοινό, πως εγώ έτσι σκεφτόμουν και έτσι έπαιζα».
Σε βοήθησαν τότε και οι αλλαγές στους κανονισμούς, που απαγόρευαν να πιάνεις την μπάλα με τα χέρια από γύρισμα συμπαίκτη
«Ακριβώς. Το ποδόσφαιρο συνεχώς αλλάζει. Το έκανα κι εγώ. Μπορεί να με βοήθησε. Ισως με βοήθησε, ότι είχα ξεκινήσει να παίζω μέσα και ήμουν πιο διορατικός. Αλλά έτσι πρέπει να παίζει ένας σύγχρονος τερματοφύλακας».
Δούλεψες με πολλούς τερματοφύλακες στην ΑΕΚ. Πως τους κρίνεις;
«Από την πλευρά μου εγώ δεν είχα πρόβλημα με κανέναν. Στο κάτω –κάτω, εγώ ήμουν εκείνος που έπαιζα. Αυτός που περισσότερο με προβλημάτιζε, ήταν ο Βασίλης Καραγιάννης. Ηταν καλός τερματοφύλακας και νομίζω πως αδίκησε τον εαυτό του. Δεν προσπάθησε, τα παράτησε εύκολα. Ηταν καλός τερματοφύλακας, αλλά ίσως επηρεαζόταν εύκολα. Και όταν έφυγε από την ΑΕΚ δεν είχε ανάλογη συνέχεια. Ηταν δυνατό παιδί, με καλά στοιχεία».
Πως ήταν η εξέλιξη σου;
«Είχα προπονητή τον Σεραφείδη τα πρώτα χρόνια. Εγινα βασικός, αλλά είχα και τα σκαμπανεβάσματα μου. Με τον τρόπο παιχνιδιού που είχα, ήταν εύκολο να εκτεθείς. Εγώ έπαιζα πάντα στο όριο και όταν δεν είσαι καλά μπορείς ανά πάσα στιγμή να την πάθεις. Αλλά δεν νομίζω πως έκανα τα λάθη που θα γίνονταν λόγω του τρόπου παιχνιδιού μου».
Υπήρχε τότε η παραφιλολογία, πως ο Ηλίας δεν θέλει να βγαίνει από την 11άδα ούτε στα φιλικά. Τι λες εσύ;
«Εννοείς Σταύρο, πως θα έμπαινα στο γραφείο του προπονητή και θα έλεγα να με βάλει; Ουδέποτε μπήκα σε γραφείο προπονητή. Ημουν και είμαι στρατιώτης της ΑΕΚ από την πρώτη μέρα που πήγα, ως την τελευταία που έφυγα. Ο,τι μου έλεγε ο προπονητής, αυτό έκανα. Και το απέδειξα περίτρανα στο παιχνίδι κυπέλλου με τον Ολυμπιακό, που πήγαμε σφαγμένοι και ο μοναδικός, άντε και ο Μαλαδένης, όταν πήγα και έπαιξα. Όπως πήγαν αρκετοί και είπαν πως δεν θέλουν να παίξουν, θα μπορούσα κι εγώ. Ουδέποτε ο Ατματσίδης ζητούσε από τον προπονητή να παίξει ή όχι. Είτε με τα κάτω Πετράλωνα, είτε με τον Ολυμπιακό, αν μου το ζητούσε ο προπονητής έπαιζα. Αυτός ήταν ο Ατματσίδης. Τα υπόλοιπα είναι να είχαμε να λέγαμε».

Εχεις πάρει δύο πρωταθλήματα, τέσσερα κύπελλα. Ποιο είναι το μυστικό για να γίνει μια ομάδα πρώτη;
«Ακου να δεις. Πολλοί λένε τα χρήματα. Για εμένα, τα χρήματα δεν φέρνουν την ευτυχία ούτε τις επιτυχίες. Το μείζον είναι μια σταθερή διοίκηση. Το πρόβλημα ανέκαθεν σε αυτήν την ομάδα ήταν ποτέ, μα ποτέ, δεν είχαμε σταθερές διοικήσεις. Εάν εξαιρέσουμε την περίοδο με το δίδυμο Μελισσανίδη – Καρρά, Καρρά – Μελισσανίδη, ουδέποτε η ΑΕΚ είχε σταθερές διοικήσεις για να προστατεύουν τα συμφέροντα της ομάδας. Αυτό ήταν το κυριότερο για εμένα. Πάντοτε είχαμε διαχειριστές».
Ναι, αλλά υπήρξαν και περίοδοι με πολλά λεφτά στην ομάδα
«Τα λεφτά, αν δεν ξέρεις να τα τοποθετήσεις και να φτιάξεις σωστά τα πράγματα, δεν φέρνουν επιτυχίες. Με τι λεφτά παίρναμε τα πρωταθλήματα; Ξέρετε; Εγώ έπαιρνα 3 εκατ., δηλαδή 9.000 ευρώ τον χρόνο. Ο Κασάπης, ο Τσιάρτας, ο Κοπιτσής, ο Μπορμπόκης, τα ίδια. Αλλά υπήρχε μια σοβαρή κατεύθυνση από τον προπονητή και τη διοίκηση. Εψαχναν Ελληνόπουλα. Αισθάνομαι περήφανος, που σε εκείνη τη φουρνιά είχαμε τα καλύτερα ταλέντα στην ΑΕΚ. Τότε βέβαια υπήρχε ο Μπάγεβιτς».
Τώρα, υπάρχει καλή ομάδα στην ΑΕΚ;
«Καλοί παίκτες, όχι καλή ομάδα. Να φανταστείς τότε, είχαν έρθει μεγάλοι ποδοσφαιριστές, αλλά κανείς δεν έπαιζε. Μόνο ο Κασάπης μπήκε κατευθείαν στην ομάδα. Δεν έπαιζε ο Κωστής. Ποιος; Ο Κωστής, που τέτοιο παίκτη δεν βρίσκεις στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Ούτε ο Ντέμης ήταν βασικός. Υπήρχε μια ομάδα που ήταν βάση και μπαίναμε μετά εμείς».
Μετά, τι χάλασε και η ΑΕΚ είχε φθίνουσα πορεία;
«Όλα έχουν τη λογική τους για εμένα. Υπήρχε ένα διάστημα που η ΑΕΚ ήταν ακέφαλη. Εκείνη την εποχή χτίστηκαν η περιβόητη παράγκα και βίλα πολυτελείας. Όλα ήταν σχεδιασμένα. Ποιος θα πάρει το πρωτάθλημα, ποιος θα ανέβει, τα πάντα. Τι μπορούσαμε να κερδίσουμε εμείς, όταν οι ίδιοι οι παράγοντες ή και οι προπονητές ακόμα, μας πολεμούσαν; Όταν λέγαμε κάτι σε βάρος του Ολυμπιακού, μας έβαζαν και χέρι ακόμα…».
Υπήρξε όντως τέτοιο περιστατικό;
«Πως δεν υπήρξε; Είχα αναφερθεί στους Μητρόπουλους και μου λέει ο προπονητής, από ποιον πήρες άδεια να μιλήσεις; Και του λέω: εγώ όταν υπερασπίζομαι τα συμφέροντα της ΑΕΚ, δεν παίρνω από κανέναν άδεια. Όταν γίνεται αυτό, πως μπορείς να πολεμήσεις αυτό το καθεστώς, το παρακράτος. Εμείς καταφέραμε, αντισταθήκαμε, κρατήσαμε το λάβαρο της ΑΕΚ ψηλά, γιατί ήμασταν καλή ομάδα. Ο,τι καταφέραμε τότε, ήταν μαγκιά των ποδοσφαιριστών»
Θεωρείς, πως η ΑΕΚ εγκλωβίστηκε εκείνα τα χρόνια στην ανάγκη να νικήσει τα ματς με τον Ολυμπιακό;
«Δεν κερδίζαμε μόνο τον Ολυμπιακό Σταύρο, κερδίζαμε όλα τα ντέρμπι. Αυτό ήταν το πρόβλημα. Αυτοσκοπός μας δεν ήταν να κερδίζαμε τα ντέρμπι και να μην κερδίζουμε το πρωτάθλημα. Αλλά δεν μπορούσαμε να κερδίσουμε το πρωτάθλημα. Δεν μας άφηναν. Τι άλλο να κάναμε; Σταμάτησα από την Εθνική ομάδα. Τι κατάφερα; Ποιος έχασε; Εκανα κακό στην καριέρα μου, στην ομάδα μου, στα οικονομικά μου, στην οικογένεια μου και αυτοί γελάνε ακόμα και τώρα».
Αρα, συμφωνείς με την άποψη, ότι αν δεν αλλάξει η ΕΠΟ, δεν πρόκειται να αλλάξει η κατάσταση;
«Κακά τα ψέματα. Για να γκρεμίσεις από ψηλά μια ομάδα όπως ήταν τότε η ΑΕΚ, έπρεπε να κάνεις αυτά τα πράγματα. Είτε να πάρεις ποδοσφαιριστές, είτε να φτιάξεις παράγκες και βίλες πολυτελείας. Αν θυμάσαι καλά, είχαν γίνει εκπομπές. Ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος είχε βγάλει το συνάφι της παράγκας. Πήγαιναν συγκεκριμένοι άνθρωποι και έπαιρναν τον μισθό τους. Φαντάσου, πως εμείς μάθαμε μόνο το 1/3 όσων συνέβαιναν».
Πως είναι για έναν ποδοσφαιριστή να νιώθει, ότι τον κλέβουν;
«Αυτό ήταν το ζήτημα. Θυμηθείτε, το ματς με τον Μποροβήλο διαιτητή, τελευταία αγωνιστική. Το πρωτάθλημα είχε τελειώσει, δεν υπήρχε λόγος να αδικηθεί η ΑΕΚ. Εξηγήστε μου, για ποιον λόγο έκανε αυτά τα πράγματα; Η δική μου εκτίμηση; Εκείνη την εποχή, κερδίζαμε μέσα έξω, ήμασταν αήττητοι σε όλα τα ντέρμπι. Επρεπε να χάσουμε εκείνο το ματς. Δεν είχε βαθμολογικό ενδιαφέρον. Ηταν ένα ματς που είχαν πάρει το πρωτάθλημα και έπρεπε να κερδίσει ο Ολυμπιακός. Ετσι δίνει ανύπαρκτο πέναλτι και με απέβαλε κιόλας. Ποιος ο λόγος; Φαντάσου τι έκαναν, όταν υπήρχε βαθμολογικό ενδιαφέρον».

«ΕΑΝ ΣΗΚΩΣΕΙ ΑΥΤΟΣ ΤΟ ΚΥΠΕΛΛΟ, ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΥΟ ΘΑ ΦΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΑΔΑ»


Κέρδισες τέσσερα κύπελλα με την ΑΕΚ. Τι κρατάς από αυτά;
«Για εμάς τα κύπελλα είχαν μεγάλη σημασία. Βγάζαμε έξω Ολυμπιακό, Παναθηναϊκό, ΠΑΟΚ, ήταν σαν μικρά πρωταθλήματα. Δεν κερδίζαμε μικρές ομάδες».
Πως ήταν το 7-1 με τον Απόλλωνα;
«Εκείνη η εποχή ήταν περίεργη. Υπήρχε αγωνία αν θα φύγει ή όχι ο Μπάγεβιτς. Υπήρχε κόντρα τότε με τον Τροχανά. Να σου πω κάτι. Εγώ δεν γνωρίζω τις λεπτομέρειες, ποιος είχε δίκιο. Εμείς απολαύσαμε το ματς. Τέτοια εμφάνιση. Όπως δεν μπορώ ποτέ να ξεχάσω, παρότι είχαμε χάσει, τον τελικό με τον Παναθηναϊκό, το 3-3. Αυτό είναι το ποδόσφαιρο. Αυτός ήταν ο καλύτερος τελικός και όχι αυτός με τον Ολυμπιακό τα πολλά πέναλτι».
Το επόμενο πάντως, είχε τη σφραγίδα σου
«Όλα τα κύπελλα για εμένα είναι σημαντικά, αλλά εκείνο με τον Παναθηναϊκό ήταν άλλο. Ημασταν ταλαιπωρημένοι και οι δύο. Ηταν ένας τελικός επιβίωσης. Ηταν κρίσιμο για εμάς. Το ματς είχε λήξει 0-0. Είχα πάρει την απόφαση να εκτελέσω το τελευταίο πέναλτι. Στο μυαλό μου τα είχα σχεδιάσει όλα. Θα πιάσω ένα, θα βάλω ένα θα το πάρουμε. Το πίστευα. Είχα τρομερή αυτοπεποίθηση, ότι θα το πάρουμε. Μετά, αυθόρμητα μου ήρθε το ξέσπασμα στα πράγματα. Όλα είναι της στιγμής. Αφού δεν έπεσα από την άλλη πλευρά, πάλι καλά. Με έσωσε ο Βασίλης Κούρμπαλης. Δεν ήμουν και σέντερ φορ να σκοράρω συχνά».
Και έρχεται το 3-0, όπου δίνεις το κύπελλο στον Τόνι…
«Ηταν μια περίεργη κατάσταση. Ημασταν καλύτεροι, δεν υπήρχε αντίπαλος για εμάς στην καλή μας μέρα. Το πρόβλημα για εμάς ήταν ο κακός μας εαυτός. Κερδίσαμε άνετα, ήταν το γκολ που ακυρώθηκε του Ντέμη με το φέρ πλέι. Και έρχεται η ώρα της απονομής. Ο Τόνι είχε μια δύσκολη χρονιά. Τον πολεμούσαν οι διοικούντες της ΑΕΚ, ο Πέτρος Στάθης και ο συγχωρεμένος ο Παθιακάκης. Εγώ όμως στη ζωή μου, έμαθα από αυτά τα παιδιά, τον Τόνι, τον Μανωλά, να σέβομαι την ιστορία της ΑΕΚ. Δεν μας βοηθούσαν μόνο λεκτικά, ήταν πρώτοι στην προπόνηση, υπήρξαν παράδειγμα προς μίμηση αυτά τα παιδιά. Με βλέπει ο Κασάπης και μόλις γέλασα, μου λέει επί λέξει: “Κατάλαβα, θα κάνεις τη μ…”. Τον είπα: “Τι μ…. Το λογικό θα κάνω”. Φώναξα τον Τόνι να έρθει μπροστά να σηκώσει το κύπελλο. Τότε μου λέει κάποιος: “Εάν σηκώσει αυτός το κύπελλο, τότε ένας από τους δύο μας θα φύγει από την ομάδα”. Και τον απάντησα: “Καιρός είναι να φύγεις”.
Υπήρχε δηλαδή τόση αρρώστια στην ομάδα;
«Μπορείτε να ρωτήσετε και τον Κασάπη και τον Τόνι. Ο Τόνι μου είπε, άστο δεν βλέπεις τι λέει. Του λέω: εγώ αποφασίζω, δεν αποφασίζει άλλος. Τιμή είναι να σηκώσεις εσύ το κύπελλο. Δεν το περίμενε ούτε ο ίδιος. Αποθεώθηκε από 40.000 κόσμου. Το αυτονόητο έκανα».
Το τελευταίο κύπελλο. Είχε φανεί να μη το χαιρόσουν;
«Ετσι είναι. Δεν με ένοιαξε καθόλου, γιατί είχαμε χάσει το πρωτάθλημα που ήταν δικό μας. Ένα πολύ εύκολο πρωτάθλημα».

ΟΙ ΠΡΟΠΟΝΗΤΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΠΟΔΥΤΗΡΙΑ

Πόσο άλλαξαν οι σχέσεις στα αποδυτήρια μετά την αποχώρηση του Μπάγεβιτς;
«Ο Μπάγεβιτς είχε κάτι που δεν έχω δει σε άλλους προπονητές. Είχε αυτήν την αύρα. Δεν μίλαγε πολύ, αλλά με το βλέμμα του σε καθήλωνε. Πολύ σημαντικό. Η παρουσία του. Η ατάκα του ήταν το τι είναι και πως είναι. Και χτυπούσε τον μαρκαδόρο. Αλλά μόνο από το ύφος του, καταλάβαινες πολλά. Είχε βέβαια και πολύ καλό τιμ. Από τα καλύτερα με Μπάγεβιτς, Μπουρουτζίκα, Ραβούση για την τότε εποχή. Δεν ίσχυε πάντως, ότι όταν έφυγε χαλάρωσε η κατάσταση. Απλά, ο πήχης ήταν ψηλά. Η ΑΕΚ έπαιξε πολύ ελκυστικό ποδόσφαιρο, πήρε τίτλους. Υπήρξε μια δύσκολη μεταβατική περίοδος. Αλλά κάναμε καλές χρονιές».
Θεωρείς πως ο Ραβούσης δεν ήταν έτοιμος να γίνει πρώτος προπονητής;
«Εγώ θεωρώ, πως ήταν έτοιμος. Αλλά είχε πέσει και στον…τρελό. Το πρόβλημα μας δεν ήταν οι προπονητές. Υπήρξαν και κάποιοι που δεν άξιζαν να είναι στην ΑΕΚ. Αλλά το πρόβλημα ήταν πάντα οι διοικήσεις. Εκείνη τη χρονιά, θεώρησαν αποτυχία τον αποκλεισμό από την Παρί! Είχαμε φέρει 0-0 στο Παρίσι και ο πρόεδρος είπε: “Είναι αποτυχία”. Και ήρθαμε να παίξουμε εδώ και 0-3, καλώς τα παιδιά. Εμείς ποιοι ήμασταν; Ημασταν ανώτεροι από την Παρί; Που ένας ποδοσφαιριστής έκανε όσο όλοι εμείς; Αν δεν κάνεις σωστές εκτιμήσεις, μπορείς πολλές φορές να εκτεθείς. Θεωρώ πως ο Ραβούσης ήταν καλός προπονητής. Δουλευταράς. Είχε δουλέψει δίπλα στον Μπάγεβιτς και είχε ένα καλό: είχε καλό μάτι στο κοουτσάρισμα. Βοηθούσε πολύ. Στη συνεργασία με τον Μπάγεβιτς αλληλοσυμπληρώνονταν. Είχαν συνεργασία, αλληλοεκτίμηση και υπήρχε εμπιστοσύνη. Αυτό ήταν το μυστικό μας. Θα θυμάσαι πως είχαμε πάρει πρωταθλήματα, με τους Γενεράκη και Γιδόπουλου. Όταν έφυγαν αυτοί, τα προβλήματα άρχισαν να διογκώνονται».
Και μετά, κάθε χρόνο και αλλαγή προπονητή. Ντουμιτρίου, Στεπάνοβιτς σε κακή περίοδο…
«Ο Στεπάνοβιτς έφυγε και εμείς ήμασταν πρώτοι. Δεν είχα ποτέ πρόβλημα με τους προπονητές. Ανέκαθεν μου άρεσε η δουλειά. Ίσα – ίσα, δεν μου άρεσαν οι τεμπέληδες προπονητές»
Οι σχέσεις σου με τον Σάντος, που σε έβγαλε από την 11άδα;
«Δεν μπορώ να τον κατηγορήσω. Ηταν εργατικός. Εχασα τη θέση μου, μετά από τις τρεις συνεχόμενες ήττες, χωρίς να φέρω καμία ευθύνη. Μιλήσαμε με τον Σάντος και μου λέει: “Δεν φταις πουθενά. Αλλά είσαι ο Ατματσίδης. Δεν μπορείς να δέχεσαι εννιά γκολ σε τρεις αγωνιστικές”. Του είπε, κόουτς έχεις δίκιο. Εσύ είσαι προπονητής, εσύ αποφασίζεις. Και έπαιζα εγώ στο κύπελλο και ο Χιώτης στο πρωτάθλημα. Το μόνο που με χάλασε και γι’ αυτό δεν το χάρηκα – πέρα από τον Ψωμιάδη που δεν με γούσταρε, γιατί έλεγε πως είμαι άνθρωπος του…Μελισσανίδη – είναι πως στο ματς πρωταθλήματος με τον Ολυμπιακό, ήθελα να παίξω εγώ. Ημουν πιο έμπειρος, με ισοπαλία παίρναμε το πρωτάθλημα. Αυτό με χαντάκωσε, στεναχωρήθηκα πολύ. Του είχα μεταφέρει τη σκέψη μου, με τον δικό μου τρόπο. Εγώ ήθελα να παίξω σε αυτό το ματς, πίστευα πως ήμουν πιο έτοιμος. Από τα νεύρα μου στο τέλος του ματς αυτοτραυματίστηκα και δεν έπαιξα καν στον τελικό. Αλλά τι να το κάνω, αφού χάσαμε το πρωτάθλημα; Ηταν το πιο εύκολο πρωτάθλημα που θα μπορούσαμε να έχουμε κατακτήσει».
Πως ήταν να συνυπάρχουν στα αποδυτήρια τόσο μεγάλες προσωπικότητες; Υπήρχαν κλίκες και παρεάκια;
«Πιστεύω, πως όλοι είναι παρεξηγήσιμοι. Ο Μανωλάς ήταν ο πιο πλακατζής απ’ όλους. Μαζευόμασταν σε ένα δωμάτιο. Εγώ με τον Κασάπη ήμουν δωμάτια στα δέκα από τα 11 χρόνια. Κάποιες φορές ήμουν και με τον Σλίσκοβιτς, μάθαινα και γιουγκοσλάβικα τότε. Αλλά ήμουν κυρίως και στην Εθνική με τον Κασάπη. Όχι απομονωμένοι, όλοι μαζί σε ένα δωμάτιο. Με τον Ντέμη, ο Καλιτζάκης μετέπειτα, ο Στέλιος όσο έπαιζε. Μιλούσαμε για την ανάλυση του παιχνιδιού, τι έπρεπε να προσέξουμε. Δενόμασταν και αγαπούσαμε πολύ την ομάδα. Δεν θα πω, ότι όλοι ήταν καλά παιδιά. Αλλά όταν σε ένα σύνολο 30 παικτών, οι 28 είναι καλοί και οι 2-3 θα μπουν στο καλούπι. Υπήρχαν μικροπροβλήματα, αλλά ήταν πταίσματα για εμάς. Τώρα για τα παρεάκια. Εγώ μπορώ να μιλήσω μόνο για τον εαυτό μου. Ουδέποτε στα χρόνια που αγωνίστηκα, έλεγα αυτός είναι φίλος μου και αυτός δεν είναι, όταν με αυτούς πολεμούσα και δίνουμε μάχες για το καλό της ΑΕΚ. Πλακωνόμουν μαζί τους, υπήρχε πολύ μπινελίκι, αλλά δεν κρατούσα κακία. Ο κάθε άνθρωπος έχει τις δικές του παρέες. Εγώ ήμουν με όλους καλά, αλλά και με κανέναν. Ολοι ήμασταν μια οικογένεια: Κετσπάγια, Κωστής. Δεν βγαίναμε, δεν είχαμε χρόνο να βγούμε. Μετά τον Μανωλά έμεινε ο Τόνι. Βέβαια, ήταν πιο χαμηλών τόνων, δεν ήταν ηγετική φυσιογνωμία. Αλλά ήμουν εγώ, ο Κασάπης, ο Νικολαϊδης».

«ΜΟΥ ΕΒΑΛΕ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΝ ΑΦΗΣΩ»

Εσύ πάντως δεν ήσουν ήρεμο παιδί, είχες αρκετά επεισόδια εκείνα τα χρόνια
«Υπήρχαν. Μπορώ να απαντήσω σε όλα. Με τον Μήτσι για παράδειγμα, που είναι αδερφός. Θυμάμαι πως είχα πάει τότε από νωρίς για προπόνηση στη Νέα Φιλαδέλφεια και με περιμένει στην είσοδο με μια εφημερίδα: “Είδες ρε μ… τι γράφουνε;”, μου είπε. Του λέω τι είπες και του ρίχνω ένα μπουκέτο, πάει κάτω το δόντι. Μετά φώναζε, έλεγε στον Κασάπη κράτα με θα τον σκοτώσω. Αλλά αγαπιόμαστε πολύ με τον Νίκο. Πέρασε στο λεπτό. Με τον Νίκο είχαμε ξημερώσει παρέα στο 6-1 από τον Ολυμπιακό. Ημουν στεναχωρημένος, όχι για εμένα, αλλά για την ΑΕΚ».
Είχε υπάρξει και με τον Μητρόπουλο;
«Ναι. Με τον Τάσο είχαμε υπάρξει συμπαίκτες και φίλοι καλοί. Είχε γίνει το ματς με τον Δημητρόπουλο. Εγώ προσπαθούσα να ηρεμήσω την κατάσταση. Οπως μπήκα στα αποδυτήρια, βλέπω στο βάθος να μου κάνει κάποιος χειρονομίες και να φωνάζει σας γ… Κοίταξα πίσω, δεν ερχόταν κανείς. Ρώτησα: “Τάσο σε εμένα;” και όταν είπε ναι, αυτό ήταν. Μπήκα στα αποδυτήρια του Ολυμπιακού τον έβαλα κάτω, του έριχνα συνέχεια. Ηρθε ο Γιάννου και μου έβαλε τα δάχτυλα του μέσα στα μάτια για να μην βλέπω και να τον αφήσω. Ετρεξε μετά ο Κορομηλάς».
Με τον Καψή τι είχε γίνει;
«Ηταν την εποχή του Σάντος και του Ψωμιάδη. Ηταν να πάμε να παίξουμε με τον ΟΦΗ. Ηταν τελευταία προπόνηση και παίζαμε εκπαιδευτικό 7 εναντίον 7 και στην αντίπαλη ομάδα ήταν ο Βέλιτς και μέλη των προπονητών. «Ρε Μιχάλη, δεν τσαντίζεσαι που χάνουμε από αυτούς;», τον είπα. «Και εσύ τα τρως όρθιος», μου λέει. «Εντάξει, τα τρώω όρθιος, αλλά χειροβομβίδα νομίζεις πως είναι η μπάλα όταν στη δίνω». Εκεί γύρισε το μυαλό του. Μου έλεγε θα σε σκοτώσω, θα σε θάψω εδώ μέσα. Εβλεπα τα μάτια του, δεν ήταν καλά. Δεν ήθελα να δίνω δικαιώματα λόγω Ψωμιάδη και γι’ αυτό προσπαθούσα να τον ηρεμήσω, αλλά εκείνος συνεχώς το ίδιο. «Σήμερα θα σε σκοτώσω». Όταν τελείωσε η προπόνηση, ενώ νόμιζα πως είχε τελειώσει, έρχεται και μου λέει: «Τι έγινε Ατματσίδη; Είσαι τόσο κότα που δεν μιλάς;». όταν με προκαλεί ο άλλος δεν μπορώ, όρμησα και τον έριξα κάτω. Την άλλη μέρα, όλες οι εφημερίδες με είχαν με στολή καράτε! Αλλά ο Μιχάλης, είχε στεναχωρηθεί. Μετά μου ζήτησε συγνώμη και μου έλεγε πως έχανα τη θέση μου. «Ρε ποια θέση; Μην ανησυχείς. Τον Ατματσίδη θέλουν να χτυπήσουν». Με είχε πάρει μέχρι και ο πατέρας του. Αλλά για εμένα δεν υπήρχε θέμα. Είχε παίξει ο Μιχαηλίδης, είχαμε νικήσει και τη Δευτέρα μας κάλεσε σε απολογία ο Ψωμιάδης. Η απολογία ήταν στις 3, ο Μιχάλης ήταν από τις 12. Μου είπε μαζί θα πάμε και θα πω στον πρόεδρο, ότι εγώ φταίω. Εσένα σε έχουν γ… Μη σε νοιάζει του απάντησα. Δεν τους υπολογίζω. Δεν έκανα δημόσιες σχέσεις. Πήγαμε μαζί πάνω, φάγαμε από 1 εκατ. πρόστιμο. Τώρα τι τα έκανε, κανείς δεν ξέρει».

Είχε υπάρξει και το σκηνικό με τον Ρε
«Παίζαμε με τον Παναθηναϊκό για το ποιος θα βγει στο Τσάμπιονς Λιγκ. Είχαμε πάρει κάτι παλτά τον Δεκέμβρη, αν και ο Ρε ήταν καλός παίκτης. Σε εκείνο το ματς, άνευ λόγου και αιτίας πήγε και αποβλήθηκε. Από πού κι ως που ρε φίλε, πας και πλακώνεσαι; Με ποιο δικαίωμα; Και αυτό του είπα».
Δεν είναι δείγμα έλλειψης πειθαρχίας να τσακώνονται οι παίκτες μεταξύ τους;
«Δεν πήγα για να τσακωθώ. Τον είπα, τι κάνεις και μας αφήνεις με δέκα; Αλλά να σου πω κάτι. Ετσι ήταν η ΑΕΚ. Από τη στιγμή που δεν υπήρχε διοίκηση να προστατεύσει τα συμφέροντα της ομάδας, χάναμε τον έλεγχο. Λάθος μας ήταν. Προσπαθούσαμε να κάνουμε καλό και κάναμε κακό σε όλους. Εμείς αν είχαμε τον Κόκκαλη, υπήρχε περίπτωση να διαμαρτυρόμασταν;»

«Η ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΟΦΗ, Η ΜΕΓΑΛΗ ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ»

Σε έχει καθορίσει και εκείνη η περίφημη ατάκα για τους ήρωες. Το αισθάνεσαι ακόμα;
«Το είχα πει τελείως αυθόρμητα. Ακόμα και τώρα, στη σκέψη ανατριχιάζω. Μακάρι να μπορούσα να έχω μια τρίχα από τα μαλλιά εκείνων των ηρώων. Εγώ τι ήρωας είμαι; Ποδόσφαιρο έπαιζα. Αυτό το μήνυμα ήθελα να περάσω. Ηταν μια τρομερή βραδιά, είχαμε κερδίσει σε εκείνο το ματς το κράτος και το παρακράτος, όπου κανένας δεν το περίμενε. Το γήπεδο έγερνε πολύ. Αλλά ως εκεί. Ηρωες ήταν εκείνοι που πολέμησαν για τη χώρα τους».
Πως και επέλεξες την ολόμαυρη εμφάνιση;
«Ηταν η αγαπημένη μου. Αυτή και με το αστέρι στον ώμο. Αυτή η εμφάνιση ήταν της Γιουβέντους, αλλά εμείς την είχαμε κλέψει και είχαμε κάνει πατέντα».

Η απόκρουση με τον ΟΦΗ ήταν η καλύτερη της καριέρας σου;

«Ναι, ήταν τεράστια απόκρουση. Εκανα μεγάλη επέμβαση, γιατί ήταν εκπληκτική όλη η φάση. Να αποκρούσω πέναλτι και μετά από το ένα δοκάρι να πεταχτώ στο άλλο».
Πολλοί θυμούνται ακόμα τον τσαμπουκά που πήρες την μπάλα και σκόραρες στο ματς με την Ξάνθη, για να κλειδώσει η έξοδος στο Τσάμπιονς Λιγκ. Πως έγινε;
«Είδα, ότι δεν πήγαινε άλλος και πήγα εγώ. Είχα καλή ψυχολογία. Πίστευα στον εαυτό μου. Αλλά δυστυχώς δεν περάσαμε στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ».
Το ’99 ήταν μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία. Ηταν αυτή η μεγαλύτερη ή εκείνη του ’96 με τον Παναθηναϊκό ή το 2001 με τον Σάντος;
«Κοίτα. Με τον Μπορέλι δεν το χάσαμε στο γήπεδο, αλλά εκτός αγωνιστικού χώρου. Είναι η χρονιά που ο Σπανέας έδωσε το πέναλτι όταν ο Γεωργιάδης πάτησε…μπανάνα και γλίστρησε. Αρα θα είχε τελειώσει από εκεί. υπήρχαν και άλλα στραβοσφυρίγματα».
Εχουν ακουστεί πολλά για εκείνο το ματς πάντως…
«Αυτοκτονήσαμε μόνοι μας. Αν ο Τσιάρτας έδινε το γκολ στον Κετσπάγια ή το έβαζε μόνος του, θα είχε τελειώσει το ματς. Και από μια σέντρα, που συμβαίνει μια φορά στα εκατό χρόνια του Γεωργιάδη, έκανε ο Μπορέλι μια κεφαλιά άπιαστη. Ηταν να χάσουμε το πρωτάθλημα. Για εμένα, η μεγαλύτερη χαμένη ευκαιρία είναι του 2001. Μπορούσαμε να το κατακτήσουμε και εύκολα, γιατί ήμασταν και πρώτοι σε μεγάλο βαθμό μέσα στη χρονιά, αλλά είχαμε και την ισοπαλία».
Γιατί χάθηκε το ματς;
«Από λάθη δικά μας. Όταν βάζεις τρία γκολ και δεν παίρνεις ούτε την ισοπαλία. Και με διαιτητή που ήταν σωστός στο συγκεκριμένο ματς. Είχαμε κερδίσει δύο πέναλτι. Δεν σου φταίνε οι άλλοι. Θεωρώ, πως μπορούσαμε να το κατακτήσουμε. Αυτοκτονήσαμε».
Με την ΑΙΚ τι έγινε;
«Σταθήκαμε άτυχοι. Χάσαμε πολλές ευκαιρίες και εδώ και εκεί και από μια στραβοκλωτσιά που με βρήκε πάνω στον βηματισμό και δεν μπόρεσα να αντιδράσω, ήρθε μια τελείως άδικη ήττα. Μας είχες πάει πολύ πίσω».
Το χειρότερο λάθος σου στην ΑΕΚ;
«Με την Φερεντσβάρος. Χάσαμε 4-2. Επαιζα με ξυλοκαϊνη, ήμουν όρθιο ντυμένο ξύλο. Δεν έπεφτα με τίποτα. Όλα όρθιος τα έφαγα. Είχα ενοχλήσεις και στην προθέρμανση, αλλά έπαιξα. Λάθος μου μεγάλο. Τραγικός ήμουν. Αλλά τουλάχιστον περάσαμε».

«ΕΓΩ ΤΟΥΣ ΕΙΧΑ ΜΟΝΙΜΑ ΣΤΟ ΡΟΛΟΙ»

«Βάλτε τον Ηλία στο ρολόι». Σε στοιχειώνει αυτό το σύνθημα;
«Αυτό το παιχνίδι ήταν καταδικασμένο σε αργό θάνατο. Δεν ήθελαν να πάνε οι περισσότεροι ποδοσφαιριστές. Είχε βάλει μικρά παιδιά. Είχαμε χάσει το 0-3 με το περίφημο πέστε κάτω, στο ματς με τον Ποντίκη και τους…αρουραίους. Και μας εκτελέσανε. Εβλεπα, ότι όλοι δεν πήγαν να παίξουν. Θεωρούσα και εγώ, ότι δεν θα παίξω, αλλά ο προπονητής μου είπε να μπω. Τι θα έπρεπε να κάνω;»

Μήπως έπρεπε να προφυλάξεις την υστεροφημία σου;
«Όχι, καθόλου. Εγώ δεν αισθάνομαι τίποτα. Λένε αυτοί για τον Ηλία στο ρολόι; Για ποιο ρολόι. Εγώ τους είχα μόνιμους εκεί πάνω. Με τις παράγκες και τις βίλες πολυτελείας. Με τους ποντίκηδες και τους αρουραίους. Κανείς δεν μπορεί να βάλει τον Ατματσίδη στο ρολόι. Δεν είναι σχήμα λόγου ή εγωιστικό. Προτιμώ να με ειρωνεύονται, από το να βρίζουν την οικογένεια μου. Δεν αισθάνομαι τίποτα, πως έβαλαν τον Ηλία στο ρολόι. Βγάζουν την πικρία τους, γιατί ξέρουν καλά τι τους έκανε ο Ατματσίδης. Είχαν πρόβλημα μαζί μου. Ισως επειδή δεν πήγα ποτέ στον Ολυμπιακό. Δεν μετάνιωσα ποτέ. Υπερασπίστηκα τα συμφέροντα της ΑΕΚ. Φαντάσου σε εκείνο το ματς να μην έπαιζα. Ημουν και από τους καλύτερους. Ξέρεις που θα σταμάταγε το κοντέρ; Αν δεν έπαιζα, θα έκανα και κακό στον επόμενο. Ας έρθουν να μου τα πουν κατά πρόσωπο. Με στεναχωρεί, πως ορισμένοι ΑΕΚτζήδες παρασύρονται από το ρεύμα και έχουν μπει στο τρυπάκι. Στέκονται σε ένα αποτέλεσμα, δίχως να σκέφτονται πως έγινε αυτό. δηλαδή, εάν ήμουν τώρα στους παίκτες της Παρί, εγώ θα σταμάταγα το ποδόσφαιρο. Ακόμα και εκεί, υπήρχε δάχτυλος μέσα από τη διοίκηση και τους προπονητές να διασυρθεί η ομάδα. Για να μην πω τι είπα σε κάποιους, πως θα πρέπει να φύγετε από τώρα και να μη γυρίσετε στη Νέα Φιλαδέλφεια. Και κατέβηκαν από το πούλμαν. Αλλά δεν είναι ωραίο να μιλάω για ανθρώπους που δεν υπάρχουν».

Η καλύτερη και η χειρότερη στιγμή στην ΑΕΚ;
«Χειρότερες θα έλεγα δύο. Μία αυτό το περιβόητο ντροπιαστικό πέστε κάτω, μετά την εντολή του Στάθη και του Παθιακάκη. Και η άλλη είναι ο αποκλεισμός από τη Λοκομοτίβ, από τα ημιτελικά του κυπελλούχων. Πιστέψαμε, πως θα προκριθούμε. Ημασταν σίγουροι. Από μια στιγμή αδράνειας, βρεθήκαμε στην κόλαση. Εκεί διαλυθήκαμε. Γιατί θα ήμασταν η πρώτη ομάδα που θα πήγαινε σε τελικό μετά τον Παναθηναϊκό. Και θα είχαμε και ελπίδες να το πάρουμε. Είχαμε το άστρο του Ντου-Ντου και όλα μας πήγαιναν καλά στα μεγάλα παιχνίδια. Ηταν η Τσέλσι, που δεν ήταν στα φόρτε της, η Στουτγκάρδη και η Βιτσέντζα. Ομάδες που παίζονταν και θα κρίνονταν στη βραδιά».
Η ιστορία του «πέστε κάτω»;
«Ηταν η χειρότερη. Το γήπεδο ζητούσε να πάρουν την ομάδα να φύγει από εκεί, αλλά δεν την πήραν. Προηγούμασταν 1-0, φεύγει ο Νικολαϊδης από τη…Δεκελείας και δίνει οφσάιντ. Για τι ποδόσφαιρο να μιλάμε; Αλλά δεν είναι ωραίο σε μια ομάδα όπως η ΑΕΚ, να βγάζει αυτήν την εικόνα. Σε μια φάση, βρέθηκαν παίκτες που έπεφταν σαν τα κοτόπουλα κάτω. Δεν ξέρω τι εντολές δεχθήκανε. Η ανυπαρξία των διοικούντων, έφερε όλα τα προβλήματα».
Ποια ήταν η χειρότερη διοίκηση;
«Ο καθένας από αυτούς έβαλε το λιθαράκι του. Το θέμα είναι πως το πλήρωσε η ΑΕΚ. Εγκλήματα σε βάρος του κόσμου της ΑΕΚ».
Πως έφτασες στην αποχώρηση από την Εθνική;
«Ηταν το βράδυ με τον Δημητρόπουλο. Εγώ ως αρχηγός, το έκανα ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Δεν είχα συνεννοηθεί με κανέναν. Εγώ είχα πλακωθεί και με τον Μητρόπουλο και πήγα με τις χαρακιές από τον Γιάννου. Και είπα θα αποχωρήσω από την Εθνική για όσα συμβαίνουν. Αλλά την ίδια στιγμή το μετάνιωσα κιόλας. Αλλά γελάγανε την ίδια στιγμή. Ο μηχανισμός όλος ήταν κατά του Ατματσίδη. Πιστεύω, πως ακόμα και εκείνοι που χειροκρότησαν εκείνη τη μέρα, με έβριζαν μετά».
Σκέφτηκες να γυρίσεις;
«Εχω κάνει 100 ραντεβού με τον Βασίλη Δανιήλ, όταν ήταν ομοσπονδιακός. Σε μερικά ήταν και ο πρόεδρος της ομοσπονδίας. Με παρακαλούσε. Του έλεγα πως θέλω να γυρίσω, αλλά δεν μπορώ. Δεν θέλω να πει κανείς, πως ο Ατματσίδης είναι κωλοτούμπας. Και αν θυμάστε, με είχε καλέσει μια φορά και πήγα για να μην τιμωρηθεί η ΑΕΚ. Αλλά έκατσα στον πάγκο και δεν πήγα ξανά. Ηταν μεγάλη η πίεση για να επανέλθω. Το έχω μετανιώσει, αλλά έτσι είναι η ζωή. Εχω μάθει τα λάθη μου να τα πληρώνω».
Με την Εθνική έπαιξες και στο Μουντιάλ, μεγάλη τιμή.
«Είναι μεγάλη τιμή να φοράς το εθνόσημο. Οσες φορές κλήθηκα, έδινα τον καλύτερο μου εαυτό. Κάποιοι συνάδελφοι μου το έκαναν. Μην πω ονόματα. Οσα χρόνια ήμουν, όλο στο παρατσάκ χάναμε τη συμμετοχή μας σε μεγάλες διοργανώσεις. Το ’94 είχαμε μεγάλους ποδοσφαιριστές, φουρνιά που δεν θα βγει ξανά. Αλλά η απειρία μας στοίχισε. Δεν έπαιζαν τότε και πολλοί παίκτες στο εξωτερικό και από τα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα».

«ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΒΑΛΕΝΘΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΝΤΟΡΤΜΟΥΝΤ»

Στα χρόνια που ήσουν στην ΑΕΚ, είχες προτάσεις να παίξεις στο εξωτερικό ή να φύγεις;
«Ναι. Τη χρονιά που έμεινα στην ΑΕΚ με τη συμμετοχή του Μελισσανίδη το 1998, παίζαμε τελευταία αγωνιστική με τον Ολυμπιακό. Είχαμε κάνει μια κουβέντα για ανανέωση από τον Δεκέμβρη, αλλά μόνο στα λόγια. Και τα είχα πάρει στο κρανίο. Τα παιδιά με έπεισαν να πάμε να χαλάσουμε τη φιέστα του Ολυμπιακού όπως κι έγινε. Την Παρασκευή, με πήρε ένας μάνατζερ για λογαριασμό του Μπατατούδη που με ήθελε στον ΠΑΟΚ. Με έπεισε και πήγα στο ραντεβού. Με ρώτησε τι μου δίνει η ΑΕΚ και του είπα ψέματα 200 εκατ.. Εκείνη την ημέρα έκλεινε τον Καραδήμο και όταν με είδε ο πρόεδρος της Καβάλας έπεσε κάτω. Μου είπε ο Μπατατούδης, άσε τον τελευταίο λόγο σε εμένα. Του ξεκαθάρισα, πως μπορεί να είμαι στεναχωρημένος, αλλά τον πρώτο και τελευταίο λόγο έχει η ΑΕΚ. Δεν πρόλαβα να φύγω και χτύπησε το τηλέφωνο. Ηταν ο Μελισσανίδης. Δεν το σήκωσα. Πήγαμε και παίξαμε το παιχνίδι. Στο φινάλε ο πρόεδρος είχε αφήσει μήνυμα να τον πάρω. Τον είπα, όλα τα μαθαίνεις, αλλά τώρα άργησες. Δηλαδή υπέγραψες; με ρώτησε. Καλά μου λέει, το βράδυ έλα σπίτι. Το συζήτησα με τη σύζυγο μου και μου λέει: κατάλαβα, θα υπογράψεις στην ΑΕΚ. Αφού ξέρω τι επιρροή έχει πάνω σου. Οντως, έτσι έγινε. Πήγα και υπέγραψα με λιγότερα. Τι λιγότερα; Ο ΠΑΟΚ μου έδινε 5 εκατ. ευρώ για πέντε χρόνια και η ΑΕΚ μου έδωσε για τρία χρόνια, ούτε 1 εκατ. ευρώ. Συμφωνήσαμε και τη μέρα που πήγα να υπογράψω, μου έρχονται προτάσεις από Ντόρτμουντ και Βαλένθια. Τότε η Βαλένθια και η Ρεάλ ήθελαν τον Κανιθάρες και όπου πήγαινε, εγώ θα πήγαινα στην άλλη ομάδα. Τότε είχε πάει στη Ρεάλ και εμένα με ήθελε η Βαλένθια. Πήγα στον πρόεδρο και του είπα, άσε με να πάω. Όχι μου λέει, θα κάτσεις ένα χρόνο, να παίξουμε τα προκριματικά και του χρόνου θα πας όπου θέλεις. Και δεν έγινε τίποτα. Τότε, είχα ξεκινήσει εντατικά μαθήματα αγγλικά και ισπανικά. Το είχα πάρει απόφαση. Ο Κασάπης με δούλευε και με κορόιδευε. Με είχε προσεγγίσει ένας Τούρκος ατζέντης και είχε επίσημο έγγραφο από Βαλένθια και Ντόρτμουντ».

Τα προηγούμενα χρόνια είχες προτάσεις;
«Εγώ δεν έπαιζα το παιχνίδι. Σεβόμουν και αγαπούσα τους δημοσιογράφους. Σέβομαι το λειτούργημα. Μίλαγα σε όλους, αλλά μπροστά. Το ίδιο και με τους μάνατζερ. Δούλεψα και με τον Πασχάλη, αλλά το έκανα αργά, ήμουν ήδη 32. Με όσα συνέβαιναν εδώ, πολλές φορές σκεφτόμουν πως θα έπρεπε να φύγω. Μετά τη φυγή του Μελισσανίδη, ήμουν βέβαιος πως δεν θα μας άφηναν να πάρουμε πρωτάθλημα. Ποιος θα μπορούσε να αντισταθεί στον Κόκκαλη; Ο Κινέζος; Με τα προεδρικά διατάγματα που έπαιρναν τα πρωταθλήματα;».
Ούτε τη χρονιά με πρόεδρο τον Νικολάου μπορούσε να γίνει κάτι;
«Ο Λάκης ήταν ο καλύτερος πρόεδρος. Μεγάλος άνθρωπος. Αλλά θα άφηναν τον Λάκη να πάρει πρωτάθλημα; Με τίποτα. Ο Λάκης και λόγω φόρτου εργασίας, δεν μπορούσε».
Η σχέση σου με τον Ψωμιάδη πως ήταν;
«Εγώ δεν είχα τίποτα. Αυτός είχε το πρόβλημα. Κυρίως τον δεύτερο, τρίτο χρόνο. Δεν ήθελε να παίζω εγώ και ζητούσε να μη γράφουν υπέρ μου. Είχε βγάλει τη φήμη, πως ο Ατματσίδης ήταν τραυματίας και είχα βγάλει τον ώμο μου. Ουδέποτε έκανα επέμβαση στον ώμο μου. Ακόμα υπάρχει κόσμος που με ρωτάει γι’ αυτό και εγώ κάνω τον σταυρό μου. Ποτέ δεν ένιωσα την ανάγκη να βγω και να διαψεύσω, η κατάσταση ξέφυγε. Κάποτε ένας συνάδελφος σου μου είπε συγνώμη Ηλία, δεν πρόκειται να γράψω ξανά κάτι σε βάρος σου. Και τον είπα: χρόνια πολλά».
Η τελευταία χρονιά στην ΑΕΚ, πως ήταν;
«Δεν με ήθελαν στην ΑΕΚ. Με ανάγκασαν να φύγω, με έδιωξαν. Όχι ο Μπάγεβιτς, ο Ψωμιάδης. Ο Ψωμιάδης με κράτησε με το ζόρι τελευταία μέρα. Είχα πει στον Ντούσκο, αν δεν με υπολογίζεις, δεν χρειάζεται να με κρατήσεις. Στα χρόνια που είχε φύγει δεν μιλούσαμε, αλλά όταν βρισκόμασταν δεν είχα κανένα ζήτημα. Τότε είχε ακουστεί και ένα άλλο τρελό, πως ο Ατματσίδης θέλει να φέρει πίσω τον Μπάγεβιτς από πολύ νωρίς. Είχα πάει μια φορά στο δωματιάκι της Original και είχε βγει προς τα έξω, πως εγώ είπα ό,τι θέλουμε προπονητή τον Μπάγεβιτς και όχι τον Παθιακάκη. Είχε θιχτεί ο Παθιακάκης και πήρα τηλέφωνο τα παιδιά της Original και διευκρίνισαν το θέμα. Μπορεί να ήταν και κάποιος από τη διοίκηση».

«ΜΕ ΤΟΞΑ ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΑ ΤΑΝΚΣ, ΙΣΟΒΙΟΙ ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΕΣ ΜΕ ΜΕΛΙΣΣΑΝΙΔΗ – ΚΑΡΡΑ»

Βγάζεις μεγάλη πίκρα για τις διοικήσεις…
«Μεγάλη πίκρα και απογοήτευση. Δεν είχαμε πρόβλημα οικονομικό. Δεν μπορούσαμε να σηκώσουμε κεφάλι. Εμείς πολεμάγαμε με τόξα και οι άλλοι είχαν τανκς. Εκανα και ένα χρόνο απλήρωτος και έλεγα να πληρωθούν οι συμπαίκτες μου. Το θέμα δεν ήταν τα λεφτά. Δεν είχαμε ανθρώπους να μας στηρίξουν. Εάν είχε μείνει ο Μελισσανίδης με τον Καρρά, η ΑΕΚ θα ήταν ισόβια πρωταθλήτρια. Εάν εξαιρέσεις αυτούς και τον Μπάρλο, η ΑΕΚ δεν είχε διοικήσεις».

Κάπως έτσι ήρθε και η αποβολή ρεκόρ του Κασάπη
«Αυτό ήταν η ταφόπλακα του Μιχάλη. 23 αγωνιστικές επειδή προσπάθησε να τον κλωτσήσει. Αλλοι έδωσαν γροθιές, καράτε έπαιξαν, αλλά δεν τιμωρήθηκαν ποτέ. Στην ΑΕΚ ήθελαν να κάνουν κακό. Αυτό με έβαζε σε τεράστιο προβληματισμό. Όταν χάνεις από τη μηχανή σου έναν Κασάπη, δεν έχεις τύχη».


Τελικά, πως έφυγες από την ομάδα;
«Ηταν ένα βροχερό πρωινό. Ηξερα, πως όταν δεν έπαιζα, η οικογένεια Ψωμιάδη πανηγύριζε. Όταν ο Μπάγεβιτς ανακοίνωσε πως δεν θα παίξω με τον ΑΠΟΕΛ στα προκριματικά, είχαν στήσει πάρτι. Είχα λογοφέρει και με τον Μπάγεβιτς, αλλά το ζήτημα ήταν ο Ψωμιάδης. Δεν μου έκανε αίσθηση να πάω στην προπόνηση. Ημουν στο πρακτορείο του Καλιτζάκη και πήρα τηλέφωνο τον Μάκη. Που είσαι πρόεδρε; Στους Διόσκουρους. Τι θες αγορίνα μου; μου είπε. Θα γίνει η επιθυμία σου πραγματικότητα, θα λύσουμε το συμβόλαιο, του είπα. Άλλο που δεν ήθελε. Πήρε μπροστά μου τον Ντούσκο τηλέφωνο και του λέει, έχω τον Ηλία μπροστά μου και θέλει να φύγει. Είναι επιθυμία του ή επιθυμία σου, τον ρώτησε ο Μπάγεβιτς. Τον Ηλία τον αγαπάω, τι λες. Λύσαμε το συμβόλαιο. Δεν είχα πρόταση στα χέρια μου. Ψάχτηκε ο Πασχάλης, είχα την επιλογή του ΠΑΟΚ ή της Κύπρου. Είπα να συνεχίσω με τον δικέφαλο στο στήθος. Μου έμεινε ένα παράπονο. Όταν έφυγα από τον ΠΑΟΚ, πήρα τον Ντέμη και του ζήτησα να επιστρέψω για να κλείσω την καριέρα μου στην ΑΕΚ, αφιλοκερδώς, δίχως να με ενδιαφέρει αν θα παίξω για έξι μήνες. Χάρηκε, μου λέει θα σου απαντήσω. Μου είπε, πως ο Σάντος δεν ήθελε για να μη χαλάσει τις ισορροπίες. Αυτό με στεναχώρησε. Δεν το έψαξα παραπάνω».

*enwsi.gr

Δημοσίευση σχολίου

Εισιτήρια Διαρκείας ΚΑΕ ΑΕΚ 2017-2018
 
Copyright © 2010 - 2017. AEK Fans Blog - All Rights Reserved
Created by Dimitris Pourn