Παπαϊωάννου: «Οι αντίπαλοι έχαναν από τη ...Δεκελείας» | AEK Fans Blog

Παπαϊωάννου: «Οι αντίπαλοι έχαναν από τη ...Δεκελείας»

Written By Juker on Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016 | 11:03 μ.μ.

Ο Παύλος Παπαϊωάννου θυμάται την δική του ΑΕΚ σε μια μεγάλη νοσταλγική συνέντευξη.


Tο ίδιο σκαρί, χωρίς το σκουλαρίκι και με πιο γκρίζα τη θρυλική κοτσίδα, ζει στην Κύπρο, ασχολείται με την μπάλα, στον ελεύθερο χρόνο του βάφει το club της Original, ενώ πετάγεται στο ΟΑΚΑ για να ξελαρυγγιαστεί μαζί με το γιο του στο πέταλο. Ο Παύλος Παπαϊωάννου μίλησε στο Contra.gr και θυμήθηκε τα παλιά…

Αναλυτικά η συνέντευξη:

Συναντήσαμε τον Παύλο Παπαϊωάννου στην Κύπρο. Όπως ήταν, το ίδιο σκαρί, χωρίς το σκουλαρίκι του και με πιο γκρίζα τη θρυλική κοτσίδα (που έγινε κοτσιδάκι). Το ερώτημα «γιατί στην Κύπρο» για έναν άνθρωπο που γεννήθηκε στη Βραζιλία, τον λένε Παπαϊωάννου, τον ξέρουν ως Βραζιλιάνο αλλά έπαιξε στην Εθνική Ελλάδος και που ο Χάρι Κλυν θεωρεί ότι είναι Πόντιος, αν μη τι άλλο είναι εύλογο. Ο ίδιος απαντάει ότι έκανε μια προετοιμασία με τη Ρόδο στην Κύπρο και χωρίς να έχει καμιά σχέση με αυτή, αποφάσισε να μεγαλώσει τα παιδιά του εκεί. Έτσι κάποια στιγμή το 1998 πήρε την απόφαση, μάζεψε τις βαλίτσες και ζει στη μεγαλόνησο.

Η δουλειά του εξακολουθεί να είναι σχετική με το ποδόσφαιρο αφού προπονεί ακαδημίες της Ανόρθωσης στην Πάφο (τμήμα που πρόκειται να μπει στο συνεργαζόμενο δίκτυο των ακαδημιών της ΑΕΚ) και στις ελεύθερές του ώρες ασχολείται με το βάψιμο του τοπικού club της Original, παρακολουθεί την ομάδα και άμα προκύψει παραπάνω χρόνος, τότε παίρνει τον γιο του και πηγαίνουν να ξελαρυγγιαστούν για την ΑΕΚ στην Αθήνα «πάντα κάτω από το ρολόι και ποτέ στα επίσημα», όπως λέει ο ίδιος.

Με το που βλέπεις τον Παπαϊωάννου δύο πράγματα συνειδητοποιείς. Το πρώτο είναι πως έχουν περάσει τα χρόνια σε βαθμό που οι ήρωες της παιδικής σου ηλικίας έχουν γκριζάρει και έχουν παιδιά καμιά 10αριά χρόνια μικρότερα από σένα. Το δεύτερο είναι πόσο… καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι εκείνη η ΑΕΚ ήταν θεριό ανήμερο που έτρωγε… παιδάκια. Γιατί αποτελούνταν -κατά κύριο λόγο- από ανθρώπους που ήξεραν πόσο μεγάλη είναι και της συμπεριφέρονταν (και της συμπεριφέρονται) αναλόγα. Μεγάλη αντίθεση σε σχέση με τη σημερινή εποχή, στην οποία ποδοσφαιριστές που δεν έχουν κάνει σχεδόν τίποτα θεωρούν ότι είναι πιο σημαντικοί ακόμα και από την ίδια την ομάδα.

«Βέβαια άλλα χρόνια τότε, άλλα τώρα. Πάμε τώρα στα της συνέντευξης. Αντί εισαγωγή, η πιο χαρακτηριστική φράση του Παύλου για την ΑΕΚ του τότε, τη δυναμική της και την… ηττοπάθεια που έφερνε στον αντίπαλο. «Στις δικές μας καλές εποχές, όταν έφτανε το πούλμαν του αντιπάλου στη Φιλαδέλφεια και ανέβαινε τη Δεκελείας ήταν ήδη 1-0. Όταν έστριβε μέσα στην Καππαδοκίας (το στενό της αποβίβασης για τα αποδυτήρια) γινόταν το 2-0. Όταν είχαμε τη Φιλαδέλφεια νιώθαμε εξαιρετικά δυνατοί».

Μπαλάρα έπαιζε τότε η ΑΕΚ και είναι κάτι κοινώς αποδεκτό από όλο τον κόσμο.

«Να φανταστείς, από τη διοίκηση μας δίνανε φοράκια για να βάζουμε τους φίλους και τους συγγενείς μας. Μας δίνανε καμιά δεκαριά. Θυμάμαι ότι με έπιαναν γνωστοί μου που υποστήριζαν άλλες ομάδες είτε ήταν Ολυμπιακοί, είτε Παναθηναϊκοί, είτε Πανιώνιοι και μου ζητούσαν να τους δώσω τα φοράκια για να μπουν στο γήπεδο. Τους έλεγα ΄μα καλά από πού κι ως πού μου ζητάτε εισιτήριο για να έρθετε στο γήπεδο αφού δεν είστε ΑΕΚτζήδες’; Μου λέγανε ΄θέλουμε να έρθουμε στο μόνο γήπεδο στην Ελλάδα που παίζεται τρομερή μπάλα’. Άρεσε πολύ σε όλο τον κόσμο εκείνη η ΑΕΚ και αυτό είναι το μεγαλύτερο παράσημο».

Ποια ήταν η βάση εκείνης της ομάδας για κάποιον που την έζησε από μέσα;

«Το γεγονός ότι τη δεκαετία του 90’ παίζαμε τρομερή μπάλα είχε άμεση σχέση με το ότι ήμασταν κυριολεκτικά οικογένεια. Κάθε Πέμπτη βγαίναμε έξω, κυρίως στην Κηφισιά, μόνοι μας όλοι οι ποδοσφαιριστές. Πληρώναμε από την τσέπη μας, δεν υπήρχε κανείς από τη διοίκηση και μάθαμε να ζούμε σαν οικογένεια. Για εμάς αυτό ήταν ένα ευχάριστο διάλειμμα. Λέγαμε τις βλακείες μας, μαθαίναμε ο ένας τον άλλον και νιώθαμε ότι ζούμε όλοι μαζί. Πότε σε ένα κρεατάδικο, πότε σε ένα μακαρονάδικο, πότε σε μια ψαροταβέρνα. Περνάγαμε πολύ ωραία εκείνα τα χρόνια γιατί ήμασταν όλοι φίλοι. Λέγαμε τις Πέμπτες, πάμε να κερδίσουμε για να πάρουμε πριμ και να πάρει λεφτά όποιος είχε ζητήματα και υποχρεώσεις. «Πάμε να κερδίσουμε»; «Πάμε να κερδίσουμε»! Δίναμε τον όρκο από την Πέμπτη. Την Κυριακή ερχόταν το αποτέλεσμα.
Είχατε μια σιγουριά όμως…
«Ναι μπορώ να σου πω ότι οι θυμάμαι παίκτες μικρότερων θεωρητικά ομάδων να μας λένε μεταξύ σοβαρού και αστείου όταν βγαίναμε από τη φυσούνα που ήταν κάτω από τη θύρα 19, «παιδιά με το μαλακό σήμερα, όχι πάνω από πέντε»και «μη μας… ξεβρακώσετε σήμερα, μη μας διαλύσετε» και τέτοια. Εύχονταν να φάνε 2-3 και να φύγουνε κύριοι. Ήταν τόσο αυτόματα τα πράγματα σε εκείνη την ομάδα που όλο αυτό σε εμάς έβγαζε αυτοπεποίθηση και στον αντίπαλο τρόμο».
Καταλαβαίνεις ότι οι ΑΕΚτζήδες που θα διαβάσουν τη συνέντευξη στην καλύτερη περίπτωση θα ξεφυσύξουν…
«Είναι εντελώς δυσανάλογες οι εποχές και οι καταστάσεις. Τώρα τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Έχουμε περισσότερους ξένους και λίγους Έλληνες. Τότε ήταν περισσότεροι οι Έλληνες και οι ξένοι ήταν δυο τρεις. Τότε οι ξένοι που έρχονταν, πέραν του ότι ήταν υψηλού επιπέδου παίκτες, είχαν απέναντι μια έτοιμη ομάδα που έπρεπε να μπουν και να γίνουν μέρος του παζλ. Τώρα προσπαθούν να προσαρμόσουν τις ομάδες πάνω στους ξένους που έρχονται. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά κατά τη γνώμη μου».

Ενδεχομένως να είναι και ποιοτικό το πρόβλημα.

«Μπορεί. Αλλά για μένα το μεγαλύτερο κομμάτι έχει να κάνει με τη δουλειά. Πλέον ο Έλληνας στο εξωτερικό δουλεύει. Στην Ελλάδα δεν δουλεύει. Βλέπω περιπτώσεις όπως του Μάνταλου, του Αραβίδη και του Πλατέλλα που ξεκινήσανε από τις μικρές κατηγορίες, ανέβηκαν με την ΑΕΚ στην Α’ Εθνική αλλά ως εκεί. Οι ίδιοι με τον τρόπο τους βγάζουν τον εαυτό τους εκτός ομάδας γιατί ο νέος προπονητής που έρχεται και θέλει να κάνει μια ανανέωση, πρώτα από όλα βλέπει σε τι κατάσταση είναι το υλικό που βρίσκεται στα χέρια του. Για μένα δεν μπορείς να στηριχτείς πάνω σε αυτό το υλικό. Ακόμα και σαν αλλαγή να σε θέλει η ΑΕΚ πρέπει να μπαίνεις μέσα και να κάνεις κάτι. Αν χάνει πρέπει να βοηθήσεις να γυρίσει το ματς, αν κερδίζεις πρέπει να κλειδώσεις τη νίκη. Δεν γίνεται να παίζεις στην ΑΕΚ και ακόμα και όταν μπαίνεις αλλαγή να είναι σαν να μην μπήκες. Βλέπω παίκτες να μπαίνουν στο 70’ αλλαγή και δείχνουν κουρασμένοι»!

Πού νομίζεις ότι οφείλεται αυτό;

«Νομίζω ότι οφείλεται στους ίδιους τους ποδοσφαιριστές. Δεν δουλεύουν ότι θα έπρεπε να δουλεύουν. Για την ακρίβεια δεν δουλεύουν έξτρα. Όταν έπαιζα στην ΑΕΚ, αφού προπονούμουν με την ομάδα πήγαινα στο γυμναστήριο και έκανα αποθεραπεία για να είμαι έτοιμος για την επόμενη προπόνηση. Οι φίλοι μου την ίδια ώρα πήγαιναν στις καφετέριες. Αυτοί μείνανε όπως ήτανε. Αντίθετα εγώ νομίζω ότι κατάφερα να ανέβω ένα σκαλοπάτι παραπάνω και να παίξω και στην Εθνική παρότι δεν γεννήθηκα καν στην Ελλάδα…»

Θεωρείς ότι τα πάντα είναι θέμα προεργασίας.

«Για να σου το πάω στο δικό μου παράδειγμα, κατά τη γνώμη μου δεν είναι τυχαίο που έμεινα δέκα χρόνια στην ΑΕΚ. Δούλεψα πολύ για αυτό, έγινε μεγάλη προεργασία και ευτυχώς κατάφερα να κάνω αυτό που από την αρχή ήθελα. Να μπω στην ομάδα παιδάκι και να φύγω άντρας με οικογένεια, παιδιά και με τρία πρωταθλήματα να έχω να θυμάμαι για όλη μου τη ζωή… Αυτό σημαίνει όμως κι ότι έδωσα στην ΑΕΚ ότι καλύτερο είχα ποδοσφαιρικά, όλο μου το είναι».

Nα ρωτήσω αν θεωρείς ότι έπαιζε κάποιος από τους τωρινούς παίκτες της ΑΕΚ θα μπορούσε να παίξει στην τότε ομάδα ή κινδυνεύω να μου πετάξεις το τασάκι;

«Εδώ πήρε χρόνο να μπει τότε ακόμα και ένας παίκτης σαν τον Τσιάρτα που με μισή σκέψη του άλλαζε ένα ολόκληρο ματς. Νομίζω ότι θα ήταν πολύ δύσκολο».

Για πάμε όμως πίσω στην αρχή. Φεύγεις από τη Ρόδο για την ΑΕΚ. Πώς προέκυψε και πώς το έζησες μέχρι να φιξαριστεί η μετακίνηση;

«Ήταν πολύ ψυχοφθόρο! Στη Ρόδο τότε είχαμε πρόεδρο τον συγχωρεμένο τον Παπαβασιλείου που ήθελε να με κάνει μεταγραφή σε κάποια ομάδα για να πάρει λεφτά. Προσπάθησε να με δώσει στον Παναθηναϊκό και δεν τα κατάφερε. Πήγε και με πρότεινε στον Ολυμπιακό αλλά του είπαν όχι γιατί είχαν τον Γούναρη. Ευτυχώς με την ΑΕΚ που προσπάθησε να με πουλήσει μετά ταίριαξε γιατί έτυχε εκείνη την εποχή να με έχει στη λίστα του ο Σενέκοβιτς. Με είχε δει σε ένα Ρόδος-Παναθηναϊκός που πήγα καλά και με έβαλε στο μάτι για να με πάει στην ΑΕΚ. Βέβαια στην ΑΕΚ πήγα σαν δεξί μπακ-χαφ. Ήταν μια θέση που έπαιζα και στη Ρόδο. Το θέμα είναι ότι πήγα, από εκεί και πέρα όλα καλά»!

Και φτάνεις στην ΑΕΚ…

«Και φτάνω στην ΑΕΚ έχοντας ένα… σοκ».
Σοκ γιατί;

«Γιατί ένα μήνα πριν στο Ρόδος-ΑΕΚ είχαμε πλακωθεί με τον Γιάννη τον Δύντσικο! Από μια ασήμαντη φάση, ξέρεις από αυτές που ενώ είσαι πιτσιρίκος θέλεις να το παίζεις αντράκι και κάνεις τη… βλακεία σου! Ευτυχώς όμως έμεινε μόνο στο γήπεδο. Η αλήθεια είναι ότι η υποδοχή που μου έκαναν όλα τα παιδιά στην ΑΕΚ ήταν εξαιρετική. Υπήρχε μια μικρή απόσταση, αυτή που υπάρχει πάντα σε κάθε πρωτάρη, όμως δέθηκα με την ομάδα και με τα παιδιά σε πολύ μικρό χρόνικο διάστημα. Μετά πέρασαν 10 χρόνια που θα τα έχω πάντα στην καρδιά μου με την ίδια φανέλα».

Είναι μεγάλη η μετάβαση από τη Ρόδο σε μια ομάδα σαν την ΑΕΚ, ειδικά στην αρχή πρέπει να ένιωθες σαν να βλέπεις όνειρο…

«Τώρα τι να σου πω; Ότι ξαφνικά βρέθηκα στο ίδιο δωμάτιο με τον Θωμά Μαύρο; Τι να λέμε; Ήταν μια ιστορία ολόκληρη και εγώ βρέθηκα να είμαι δωμάτιο μαζί του στις αποστολές για έναν χρόνο».

Θυμάσαι τις υπόλοιπες μεταγραφές της σεζόν που πήγες στην ΑΕΚ;

«Βέβαια! Ο Ρος, ο Λάνγκλει, ο Μπάμπης ο Ακριβόπουλος και εγώ! Μάλιστα είχα στεναχωρηθεί κιόλας γιατί τα άλλα παιδιά έφυγαν πολύ γρήγορα από την ομάδα και εγώ έμεινα».
Αν σου έλεγα να ιεραρχήσεις τους προπονητές που είχες στην ΑΕΚ θα ξεκίναγες με πρώτο τον Μπάγεβιτς;

«Και ο Μπάγεβιτς έδωσε πράγματα στην ομάδα, αλλά όχι μόνο ο Μπάγεβιτς. Για παράδειγμα την πρώτη χρονιά που ήρθε τη σεζόν 1988-89, η ομάδα ήταν του Τόζα Βεσελίνοβιτς. Ο Τόζα έκανε μια πολύ καλή ομάδα, ενώ ήρθε ο Σαβέβσκι, ήρθε ο «Όκο» και δυναμώσαμε πολύ. Για μένα ο προπονητής που συνάντησα στην ΑΕΚ και έκανε δικές του αλλαγές στην ομάδα προσπαθώντας να τη βάλει σε καθεστώς… στρατιωτικής πειθαρχίας ήταν ο Σενέκοβιτς. Ο Μπάγεβιτς το 1988 βρήκε σχεδόν έτοιμη από τον Βεσελίνοβιτς την ομάδα που στην πορεία πήρε το πρωτάθλημα. Ο Μπάγεβιτς είχε καλό μάτι. Τη δεκαετία του ’90 είχε φέρει καλούς παίκτες και ήταν καλός σε αυτό που κατάφερε να κάνει. Ότι, δηλαδή, κατάφερε να μας κάνει οικογένεια, κάτι που ισχύει ακόμα και σήμερα».

Αλήθεια υπάρχουν ακόμα επαφές μεταξύ συμπαικτών από εκείνα τα χρόνια;

«Η αλήθεια είναι ότι χαθήκαμε γιατί ο καθένας τράβηξε τον δικό του δρόμο. Εγώ είμαι στην Κύπρο, ο άλλος είναι στην Αθήνα, ο άλλος στην Αυστραλία, ο άλλος στη Θεσσαλονίκη. Είμαστε όμως φίλοι. Μέσω διαδικτύου πλέον σιγά-σιγά ξαναβρισκόμαστε και κρατάμε μια επαφή. Αραιά δε, με πολλή αγάπη δε… Όταν έρχομαι στην Αθήνα συναντάω πάντα τον Μανωλά, τον Γεωργαμλή, καμιά φορά πετυχαίνω και τον Βαγγέλη τον Βλάχο. Μιλάω στο ίντερνετ με τον Σπύρο τον Οικονομόπουλο, με τον Δημήτρη Πίττα, με τον Φρανκ Κλόπα. Τελευταία μίλησα στο διαδίκτυο και με τον φίλο μου τον Ζόραν Σλίσκοβιτς. Θυμόμαστε εκείνα τα αγαπημένα χρόνια και ανοίγει η καρδιά μας».

Ποδοσφαιρικά ζήσατε την κορυφαία εποχή στη σύγχρονη ιστορία της ΑΕΚ. Οικονομικά;

«Αν κάνουμε σύγκριση με τα χρήματα που κυκλοφορούν σήμερα στο ποδόσφαιρο θα διαπιστώσουμε ότι δεν υπάρχει καμία σχέση. Όταν ήρθα στην ΑΕΚ επί Ζαφειρόπουλου έπαιρνα 2 εκατ. δραχμές τον χρόνο και όταν ήρθε ο Γιδόπουλος στην ομάδα με ανέβασε στα 10 εκατ. δραχμές. Βέβαια τότε ξεκίνησαν να έρχονται οι τίτλοι. Άλλα χρόνια τότε, έπαιζε ρόλο το οικονομικό αλλά έπαιζε ρόλο και το πάθος μας για την ομάδα. Ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε ακόμα ΑΕΚ στην ψυχή και στο σώμα»!
Αν σου έλεγαν να κάνεις μια περίληψη των όσων έζησες στην ΑΕΚ;

«Είμαι πραγματικά πολύ περήφανος που έπαιξα 10 χρόνια στην ΑΕΚ και τα έφερα βόλτα με την αξία μου και το σπαθί μου. Σιχαίνομαι το γλείψιμο, δεν θα μπορούσα να διεκδικήσω ποτέ κάτι που δεν θα είχα κερδίσει με τη δουλειά. Νομίζω πως μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι ο Μπάγεβιτς με άλλαξε 3-4 θέσεις για να χωρέσουν κάποιοι άλλοι παίκτες που είχαν έρθει μεταγραφή. Δε με πείραζε, ίσα-ίσα που προσπαθούσα να γίνω ακόμα καλύτερος για να ανταπεξέλθω. Ακόμα και στα 28 μου ξεκίνησα να δουλεύω με το αριστερό που δεν το χρησιμοποιούσα πολύ για να μπορέσω να παραμείνω βασικός. Βέβαια έτσι το έβλεπα εγώ. Είχα κάνει κάποιες σκέψεις ότι μπορεί να θέλει να με διώξει, αλλά δεν έδινα σημασία. Με ένοιαζε μόνο να καταφέρω με το δικό μου σπαθί να μείνω στην ΑΕΚ και να είμαι χρήσιμος».

Κι όταν ήρθε το τέλος;

«Με πείραξε πολύ. Δεν ήθελα να φύγω θεωρούσα ότι είχα ακόμα δύο χρόνια να προσφέρω στην ομάδα. Έμαθα ότι ο Μπάγεβιτς είχε πάρει την απόφαση να φύγω και τέλος. Επέλεξα να απορρίψω όλες τις προτάσεις που είχα από την Α’ Εθνική και να πάω στην Καλαμάτα. Δεν είχα κάτι άλλο να δώσω οπουδήποτε αλλού, αφού δεν ήμουν στην ΑΕΚ, ας ήμουν στην Καλαμάτα που τα έβρισκα με τον πρόεδρο που είχε σχέση με Βραζιλία (Παπαδόπουλος)».

Την κρατάς όμως τη στεναχώρια που δε συνέχισες ακόμα και τόσα χρόνια μετά.

«Ναι το κρατάω. Είμαι βέβαιος πως μπορούσα να βοηθήσω δυο χρόνια αλλά δεν ήθελε ο Μπάγεβιτς».

Έχετε επαφές με τον Μπάγεβιτς;

«Κάποια ιδιαίτερη επαφή όχι. Αν βρεθούμε χαιρετιόμαστε αλλά τα τυπικά».
«ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΡΩΤΑΘΛΗΜΑ ΚΑΙ Η… ΑΓΧΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΙΑ ΤΟΥ ΝΤΕΤΑΡΙ»

Αν και ξέρω ότι η ερώτηση είναι εξαιρετικά οξύμωρη, ποιο ήταν το καλύτερο πρωτάθλημα από τα τρία που πανηγύρισες με την ΑΕΚ;

«Θέλει και ρώτημα; Φυσικά το πρώτο το 1989! Στο ΟΑΚΑ που εκείνη τη μέρα οι ΑΕΚτζήδες ούρλιαζαν από την αρχή και το έκαναν Φιλαδέλφεια. Μας έσπρωξαν στη νίκη, άλλο να το λες και άλλο να το ζεις. Μπορώ να σου πω ότι το δεύτερο πρωτάθλημα που πήραμε το 1992 δεν με συγκλόνισε τόσο πολύ όσο το πρώτο. Τι να πρωτοθυμηθώ τα πέναλτι που απέκρουσε ο Σπύρος (Οικονομόπουλος); Την απόκρουση του Μανωλά στην κεφαλιά του Ντέταρι πάνω στη γραμμή; Ξέρεις, εγώ τον είχα τον Ντέταρι εκείνη τη μέρα και η φάση του Μανωλά είναι η μοναδική σε όλο το ματς που τον έχασα. Μετά μπήκε ο Καραγκιοζόπουλος και παίζαμε πιο επιθετικά. Ευτυχώς ο Τάκης παλιά έπαιζε στην επίθεση και τελείωσε τέλεια τη φάση που έπρεπε και μας έδωσε το πρωτάθλημα. Βέβαια αξέχαστη και η μπαλιά του «Όκο». Πάρε βάλε και κάτι παραπάνω».

Ίσως επειδή το πρώτο έσπασε την κατάρα των πέτρινων χρόνων που ως παιδί της ΑΕΚ των 80s έζησες στο πετσί σου.

«Ακριβώς αυτό. Ξέρεις, όταν φτάνεις σε μια πιο προχωρημένη ποδοσφαιρικά ηλικία και δεν έχεις πάρει πρωτάθλημα λες τι γίνεται. Εγώ είχα φτάσει στα 29. Θυμάμαι μου έλεγε η γυναίκα μου «θα σταματήσεις το πρωτάθλημα και ένα πρωτάθλημα δε θα πανηγυρίσουμε». Λες και κάποιος το άκουσε αυτό και ξεκίνησαν να έρχονται τα πρωταθλήματα. Απίστευτο».

«ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΓΙΝΑΜΕ… ΣΥΝΘΗΜΑ»

Μήπως να την έβαζες να σου το ξαναπεί;

«(Γέλια) Να ξέρεις είναι πολύ δύσκολο να αναλύσεις εκείνα τα χρόνια τα πέτρινα που ήμασταν στη φάπα και να χάνεις δεξιά κι αριστερά στην επαρχία λες και δεν είσαι η ΑΕΚ. Ξέρεις πότε με πείραξε πιο πολύ; Το παιχνίδι που χάσαμε στη Λαμία στο Κύπελλο 2-0 αλλά η ιστορία έγραψε 1-0 γιατί ήταν σκισμένα τα δίχτυα και ο διαιτητής δε μέτρησε λανθασμένα ένα γκολ ενώ η μπάλα καρφώθηκε στο «Γ». Παρότι δεν είχα παίξει με τρέλανε. Μετά πήγαμε στη Λάρισα και τρώμε τρίμπαλο! Είχαμε τον Αντώνη Γεωργιάδη τότε προπονητή με το περίφημο σύστημα… αυγερινός».

Όταν λέμε αυγερινός;

«Είχαν ρωτήσει τον κόουτς οι δημοσιογράφοι «τι σύστημα θα παίξεις» και τους απάντησε θα παίξω αυγερινό. Έτσι του ήρθε, αυτό είπε. Σημασία έχει όμως ότι φάγαμε και στο Αλκαζάρ βαριά ήττα και γίναμε σύνθημα. Σε όποιο γήπεδο πηγαίναμε μετά μας τραγουδούσαν «ΑΕΚ είσαι μία τρία από τη Λάρισα και ένα απ’ τη Λαμία». Με ενόχλησε, με πείραξε, με τρέλανε».
«ΤΟ ΝΤΟΥ ΤΗΣ ORIGINAL ΣΤΑ ΑΠΟΔΥΤΗΡΙΑ ΜΑΣ ΞΥΠΝΗΣΕ»

Και πώς συνήλθε η κατάσταση;

«Θα σου πω πώς συνήλθε. Ήρθε στα αποδυτήρια η Original και μας έκανε ντου! Μας απειλούσανε στα μούτρα ότι θα μας κάνουνε, θα μας δείξουνε. Μας πετάξανε και μια τούρτα που βρέθηκε εκεί. Ήταν έξαλλοι με την ομάδα και όταν τους είδαμε έτσι πανικοβληθήκαμε. Δεν ξέρω πώς θα ακουστεί, αλλά νομίζω ότι εκείνη τη μέρα η Original ξύπνησε εκείνη την αρκούδα που κοιμόταν μέσα μας. Μπήκαμε σε άλλη διαδικασία, άλλη σκέψη, άλλη ευθύνη. Από εκείνο το ντου που έκανε η Original στην προπόνηση συνήλθαμε και ευτυχώς βελτιώθηκε η κατάσταση. Και από ένα παρατράγουδο όπως η επίσκεψη των οπαδών στην προπόνηση που μας πέταξαν τις τούρτες στα μούτρα, φτάσαμε στο σημείο να κερνάμε εμείς τούρτες τους οπαδούς μας από τους τίτλους που ακολούθησαν και η κατάσταση έγινε… μέλι-γάλα»!

Πρωτόγνωρη εμπειρία τότε οι επισκέψεις των οπαδών στις προπονήσεις;

«Δεν ήταν κάτι συνηθισμένο. Οι περισσότεροι παίκτες δεν είχαν βιώσει μέχρι τότε τον φανατισμό των οπαδών και με την επίσκεψη σοκαρίστηκαν. Εκ πρώτης όψεως φαινόταν ότι ήθελαν να μας πλακώσουν στο ξύλο, ενώ είναι οι δικοί μας οπαδοί. Οπότε μοιραία οι σκέψεις οδηγούνται στο ότι κάτι δεν κάναμε εμείς καλά. Κάτι δεν πήγαινε σωστά. Αυτοί θα έπρεπε να είναι η ασπίδα μας, οι άνθρωποί μας. Τους προδώσαμε όμως την εμπιστοσύνη και απογοητεύτηκαν. Όταν εμείς ήμασταν αυτοί που έπρεπε οι οπαδοί μας δεν ήταν απλά ασπίδα μας αλλά μας έδιναν φτερά στα πόδια».
«ΠΑΛΙΑ ΟΛΟ ΤΟ ΓΗΠΕΔΟ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΕ ΤΗ ΣΚΕΠΑΣΤΗ, ΤΩΡΑ…»

Τη γηπεδική σχέση με τον κόσμο της ΑΕΚ πώς τη ζούσε τότε ένας ποδοσφαιριστής της;

«Αυτό ήταν ένα από τα πιο έντονα πράγματα που μου έχουν μείνει από την ΑΕΚ ως εικόνα. Εκείνα τα χρόνια υπήρχε μια εξωπραγματική Σκεπαστή που κόχλαζε, έδινε τον ρυθμό και όλο το υπόλοιπο γήπεδο ακολουθούσε. Ό,τι μα ό,τι έλεγε η Σκεπαστή όλο το γήπεδο την ακολουθούσε. Σε αντίθεση με τώρα που βλέπω δυσάρεστα πράγματα που με στεναχωρούν. Ο ένας είναι εδώ, ο άλλος παραπέρα, μπορεί το υπόλοιπο γήπεδο να είναι στραβωμένο και να μην ακολουθεί τα συνθήματα, να βλέπει πιο αποστασιοποιημένα την ΑΕΚ και να είναι ο καθένας για την πάρτη του. Τότε νομίζω ότι ήμασταν όλοι μαζί. Όλοι ένα πράγμα, όλοι για την ΑΕΚ. Τώρα καμιά φορά που πηγαίνω στο γήπεδο και δεν κάθομαι ποτέ στα επίσημα…».
«ΠΟΤΕ ΣΤΑ ΕΠΙΣΗΜΑ, ΠΑΝΤΑ ΣΤΟ ΠΕΤΑΛΟ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΟ ΜΟΥ ΚΑΙ ΦΩΝΗ»

Γιατί δεν κάθεσαι ποτέ στα επίσημα;

«Ποτέ. Πάντα κάτω από το ρολόι. Νιώθω το παιχνίδι καλύτερα, δε μου αρέσει στα επίσημα. Νομίζω ότι τα επίσημα είναι για ηλικιωμένους και για μικρά παιδάκια, όχι για μένα. Εγώ παίρνω τον γιο μου, πάμε στο πέταλο και το ζούμε».

Και ο γιος αρρωστάκι με την ΑΕΚ.

«Πάντα, καμιά φορά πηγαίνει και μόνος του να δει την ομάδα χωρίς εμένα. Ποτέ όμως στα επίσημα. Είναι θέμα αρχής αυτό. Σαν παίκτης ότι είχα να δώσω το έδωσα μέχρι το 1993. Από τη στιγμή που αποσύρθηκα από την ομάδα μας, έπρεπε να πάω με εκείνα τα παιδιά που εμψύχωναν τότε εμάς για να βοηθήσω να εμψυχώσουμε όλοι μαζί τις επόμενες γενιές των παικτών μας. Το είδα σαν να είναι απλά η σειρά μου. Αφού δεν μπορώ να βοηθήσω την ομάδα από το γήπεδο μια που πέρασαν τα χρόνια, μπορώ να τη βοηθήσω από την εξέδρα. Κι από τα επίσημα δεν τη βοηθάς την ομάδα. Πρέπει να ξελαρυγγιαστείς για να την ενισχύσεις».

Το ΟΑΚΑ είναι το Νταχάου της ΑΕΚ;

«Βεβαίως και είναι, δε συγκρίνεται τίποτα με τη Φιλαδέλφεια και έχω όνειρο να δω την ΑΕΚ να ξαναμπαίνει εκεί. Είναι η γειτονιά μας, το σπίτι μας, ένα μέρος ιερό. Θα σου πω όμως κάτι. Είμαστε χωρίς γήπεδο από το 2003, βολοδέρνουμε δεξιά και αριστερά. Μην νομίζεις ότι είναι εύκολο για μια ομάδα να κρατηθεί όταν μέσα σε λίγα χρόνια τα χάνει όλα και κυρίως το σπίτι της. Είναι στη ρίζα της να υποφέρει και να ζωντανεύει μέσα από την ταλαιπωρία. Άλλοι μπορεί να είχαν σκορπίσει στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Η ΑΕΚ βαστάει».

*enwsi.gr

Δημοσίευση σχολίου

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ..

 
Copyright © 2010 - 2017. AEK Fans Blog - All Rights Reserved
Created by Dimitris Pourn